Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, πολλοί γονείς παρατηρούν ότι το παιδί τους δυσκολεύεται περισσότερο…
Δίγλωσσο Παιδί και Καθυστέρηση Λόγου: Τι Ισχύει Πραγματικά;
«Μήπως μπερδεύεται επειδή ακούει δύο γλώσσες;»
Είναι μία από τις πιο συχνές ερωτήσεις που κάνουν οι γονείς δίγλωσσων παιδιών όταν παρατηρούν ότι το παιδί τους δεν χρησιμοποιεί ακόμη τον λόγο όπως περίμεναν.
Η απάντηση χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: η έκθεση σε δύο γλώσσες από μόνη της δεν αποτελεί αιτία γλωσσικής διαταραχής.
Η γλωσσική ανάπτυξη ενός δίγλωσσου παιδιού, όμως, δεν μπορεί πάντα να αξιολογηθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως ενός παιδιού που χρησιμοποιεί καθημερινά μόνο μία γλώσσα.
Και εκεί ακριβώς δημιουργούνται αρκετές παρανοήσεις.
Τα δίγλωσσα παιδιά μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικά τις δύο γλώσσες
Ένα παιδί δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει ακριβώς τις ίδιες λέξεις και στις δύο γλώσσες.
Για παράδειγμα, μπορεί να χρησιμοποιεί περισσότερο τη μία γλώσσα στο σπίτι και την άλλη στο σχολείο.
Έτσι, είναι πιθανό να γνωρίζει λέξεις για φαγητά, παιχνίδια και καθημερινές συνήθειες στη γλώσσα της οικογένειας, αλλά σχολικό λεξιλόγιο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί στην τάξη.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το λεξιλόγιό του είναι φτωχό. Σημαίνει ότι οι γλωσσικές του εμπειρίες κατανέμονται ανάμεσα σε δύο γλώσσες.
Είναι φυσιολογικό να αναμειγνύει τις δύο γλώσσες;
Ναι, η εναλλαγή ή ανάμειξη γλωσσών μπορεί να εμφανίζεται φυσιολογικά στα δίγλωσσα παιδιά.
Ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει μια πρόταση στα ελληνικά και να χρησιμοποιήσει στη συνέχεια μια αγγλική λέξη που γνωρίζει καλύτερα.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει «μπερδευτεί».
Τα παιδιά μαθαίνουν σταδιακά ποια γλώσσα χρησιμοποιείται περισσότερο με κάθε άνθρωπο και σε κάθε περιβάλλον και προσαρμόζουν ανάλογα την επικοινωνία τους.
Πρέπει οι γονείς να μιλούν μόνο μία γλώσσα στο σπίτι;
Δεν υπάρχει λόγος ένας γονέας να εγκαταλείψει τη γλώσσα στην οποία μπορεί να επικοινωνήσει πιο φυσικά, πλούσια και αυθόρμητα με το παιδί του μόνο από φόβο ότι οι δύο γλώσσες θα το μπερδέψουν.
Η ουσιαστική επικοινωνία έχει μεγάλη σημασία.
Ιστορίες, παιχνίδι, συζητήσεις, τραγούδια και καθημερινές δραστηριότητες προσφέρουν στο παιδί πραγματικές ευκαιρίες να ακούει και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα.
Το ποια γλώσσα χρησιμοποιεί κάθε οικογένεια εξαρτάται από το οικογενειακό και γλωσσικό της περιβάλλον.
Πότε μια δυσκολία δεν εξηγείται απλώς από τη διγλωσσία;
Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο.
Αν ένα παιδί παρουσιάζει πραγματική αναπτυξιακή γλωσσική δυσκολία, οι ενδείξεις συνήθως δεν περιορίζονται απλά στο γεγονός ότι χρησιμοποιεί δύο γλώσσες.
Χρειάζεται να εξετάζεται η συνολική επικοινωνιακή εικόνα του παιδιού.
Ενδείξεις που αξίζει να διερευνηθούν μπορεί να είναι:
- σημαντική δυσκολία να κατανοήσει απλές οδηγίες κατάλληλες για την ηλικία του,
- περιορισμένη προσπάθεια επικοινωνίας,
- επίμονες δυσκολίες στην έκφραση και στις δύο γλώσσες που χρησιμοποιεί,
- πολύ περιορισμένη εξέλιξη του λόγου με την πάροδο του χρόνου,
- δυσκολία να δημιουργήσει προτάσεις όταν αυτό αναμένεται αναπτυξιακά,
- δυσκολίες που επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινή του επικοινωνία.
Κανένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό δεν αποτελεί διάγνωση.
Η συνολική εικόνα, η ηλικία, το ιστορικό και η ποσότητα και ποιότητα έκθεσης σε κάθε γλώσσα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Γιατί χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση στην αξιολόγηση;
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα παιδί χρησιμοποιεί ελληνικά στο σχολείο αλλά αγγλικά με τη μητέρα του στο σπίτι.
Εάν αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τις γνώσεις του στα ελληνικά χωρίς να ληφθεί υπόψη το αγγλικό γλωσσικό του περιβάλλον, υπάρχει κίνδυνος να σχηματιστεί λανθασμένη εικόνα για το συνολικό γλωσσικό του επίπεδο.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει κάθε δυσκολία ενός δίγλωσσου παιδιού να αποδίδεται αυτομάτως στη διγλωσσία και να περιμένουμε απλώς «να μεγαλώσει».
Γι’ αυτό η σωστή αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη και τις δύο γλώσσες, το ιστορικό έκθεσης και τις πραγματικές επικοινωνιακές απαιτήσεις του παιδιού.
Μπορεί ένα δίγλωσσο παιδί να κάνει λογοθεραπεία;
Φυσικά, όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη.
Ο στόχος δεν είναι να αφαιρεθεί μία γλώσσα από τη ζωή του παιδιού, αλλά να ενισχυθούν οι επικοινωνιακές και γλωσσικές δεξιότητές του με τρόπο συμβατό με το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει.
Η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού και της οικογένειάς του.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;
Η καθημερινότητα προσφέρει δεκάδες ευκαιρίες ανάπτυξης του λόγου χωρίς να χρειάζεται το σπίτι να μετατραπεί σε «θεραπευτήριο».
Μπορείτε:
- να μιλάτε στο παιδί κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων,
- να διαβάζετε μαζί βιβλία,
- να σχολιάζετε αυτό που κάνετε και βλέπετε,
- να δίνετε χρόνο στο παιδί να απαντήσει,
- να επεκτείνετε φυσικά τις φράσεις του,
- να παίζετε μαζί του,
- να χρησιμοποιείτε τη γλώσσα στην οποία αισθάνεστε ότι επικοινωνείτε καλύτερα και πιο αυθεντικά.
Το σημαντικότερο είναι να υπάρχει πραγματική και ευχάριστη αλληλεπίδραση.
«Να περιμένουμε λίγο ακόμα;»
Σε αρκετές περιπτώσεις αυτή είναι η συμβουλή που ακούει μια οικογένεια.
Όταν, όμως, υπάρχει ουσιαστικός προβληματισμός για την εξέλιξη του λόγου, η αξιολόγηση δεν σημαίνει αυτόματα ότι το παιδί θα χρειαστεί θεραπεία.
Σημαίνει ότι ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος επαγγελματίας θα εξετάσει την ανάπτυξη του παιδιού και θα βοηθήσει την οικογένεια να καταλάβει εάν η εικόνα βρίσκεται μέσα στα αναμενόμενα πλαίσια ή αν χρειάζεται υποστήριξη.
Στο Stepping Stone Therapy στην Αθήνα παρέχονται εξειδικευμένες υπηρεσίες δίγλωσσης θεραπείας για παιδιά και εφήβους, καθώς και λογοθεραπευτική αξιολόγηση και παρέμβαση.
Για ένα δίγλωσσο παιδί, το σωστό ερώτημα δεν είναι «ποια από τις δύο γλώσσες πρέπει να σταματήσουμε;».
Το σωστό ερώτημα είναι: πώς αναπτύσσεται συνολικά η επικοινωνία του παιδιού και τι χρειάζεται για να την υποστηρίξουμε καλύτερα;
